Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος: Προσωπικές Εμπειρίες.

Mε τη χάρη του Θεού, είμαι χριστιανός Ορθόδοξος, από τη γέννησή μου το 1945 στην Αθήνα. Κατηχητόπουλο τη δεκαετία του '50, και ενεργό μέλος της Εκκλησίας από τη δεκαετία του '60 και εντεύθεν, ως κατηχητής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Δίδασκα για το Χριστό στα παιδιά, κάτω από αντίξοες συνθήκες, θλιβόμενος για την παθητική έως αρνητική στάση ορισμένων εφημερίων υπευθύνων για τα κατηχητικά.

Ο Θεός με αξίωσε να αριστεύσω ως Κατηχητής, και να γίνω πολύ αγαπητός από τα παιδιά, τόσο του Δημοτικού, όσο και του Γυμνασίου. Το ίδιο, και ως καθηγητής τεχνολογικών μαθημάτων (εκπαιδευτικός αναπληρωτής), στη Δευτεροβάθμια τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση (Β΄ ΤΕΣ Πειραιά και Σιβιτανίδειο), κατά την περίοδο 1988 - 1993, όταν τα εγκώμια προς το πρόσωπο μου είδαν το φως της δημοσιότητας, και προκάλεσαν την κήρυξη πολέμου προς το πρόσωπο μου και το έργο μου. Πολέμου, προς τον «σπάνιο εκπαιδευτικό», κατά το περιοδικό «Οικονομικός Ταχυδρόμος», προς τον «χριστιανό» που δεν διδάσκει μόνο, αλλά που προστατεύει κιόλας τους μαθητές του από σωματικούς (επαγγελματικούς) κινδύνους (δίδασκα την θεωρία και την πρακτική των συγκολλήσεων μέσα στα εργαστήρια των σχολών), αλλά και από πνευματικούς (ναρκωτικά κλπ).

Να σημειώσω, ότι αυτός, δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε και ο τελευταίος διωγμός μου. Ξεκινάει, από την αρχή της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας, στο τμήμα μελετών και σχεδίων στα Ναυπηγεία Νιάρχου, όταν όχι μόνο δεν υποτάχτηκα στην υπάρχουσα και εκεί Μασονία, αλλά και έφερα στο φως αποκαλυπτικά στοιχεία για τη σκοτεινή δράση της αντιχριστιανικής αυτής οργάνωσης Παν - θρησκείας.

Ακολούθησε λοιπόν η ... «Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών», που με βρήκε να υπηρετώ τη θητεία μου στο Ναυτικό. 27 ολόκληροι μήνες καθημερινού μαρτυρίου υπερασπιζόμενος μέχρι και κινδύνου της ζωής μου, και με σοβαρές συνέπειες για τη σωματική μου ακεραιότητα (αφού έφτασαν μέχρι και το Ναυτοδικείο το 1969, οι βιαιοπραγήσαντες εις βάρος μου), υπερασπιζόμενος, το όνομα του Χριστού και της Παναγίας, που έπιαναν στο στόμα τους οι αμέτρητοι βλάσφημοι, βαθμοφόροι και μη.

Ως υπάλληλος μετά, πολυεθνικών (αμερικανικών και αγγλικών) εταιριών μελετών στην Ελλάδα, ήμουν «ο καλύτερα αμειβόμενος στο είδος» όπως έλεγαν, λόγω της επαγγελματικής κατάρτισης της πείρας και του ζήλου μου για εργασία. Δεν μου συγχωρούσαν όμως πολλοί συμπατριώτες μου, τη συνειδητή χριστιανική μου ιδιότητα, και έτσι, ο πόλεμος προς το πρόσωπο μου ήταν συνεχής και αμείλικτος.

Παράλληλα με τις δυο μεγάλες δραστηριότητες μου (την κατηχητική από τη μια, και την επαγγελματική από την άλλη), δραστηριοποιήθηκα και στην αποστολή επιστολών διαμαρτυρίας προς τον Τύπο, με θέματα κοινωνικού και ηθικοθρησκευτικού περιεχομένου, η ευστοχία των οποίων επιστολών, έτυχε μεγάλης αποδοχής και αναλόγου προβολής από όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Η συλλογή τους δε, και η έκδοση τους σε βιβλίο (προς το τέλος της δεκαετίας του ΄80), με τίτλο «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ», έλεγα πως ήταν το τέλος ενός αγώνα μου (του από τις επάλξεις δημόσιου αγώνα μου), και η πνευματική μου διαθήκη προς την οικογένεια μου.

Ωστόσο όμως, παρά την ανάπαυλα από την αδιάκοπη μάχη, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Όταν μάλιστα απέρριψα πρόταση μιας προτεσταντικής «Εκκλησίας» να με αναδείξει πρωτοκλασάτο στέλεχός της στην Πατρίδα μας, και κυρίως όταν αντέδρασα με νέα έκδοση του βιβλίου μου (1987), βελτιωμένη και αποκαλυπτική για τις μεθοδίες των αιρετικών, είχα ως «απάντηση», νέες επαγγελματικές περιπέτειες, που τις απέδωσα στο μακρύ χέρι των ανθρώπων αυτών!..

Και φτάνουμε προς το τέλος του 20ου αιώνα, όταν εργαζόμενος σε Γερμανική πολυεθνική τεχνική εταιρία στην Ελλάδα, διαπίστωσα μετά λύπης μου ότι ο μόνος που είχε θρησκευτικές αρχές και με συμπαθούσε, ήταν ένας ... Μωαμεθανός, γερμανός συνάδελφος, που μου πρόσφερε χέρι φιλίας και συνεργασίας επαγγελματικής. Ακολούθησε όμως η πολεμική των κρατούντων προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο για το θέμα των ταυτοτήτων. Η θερμή επιστολική μου συμπαράσταση στην Εκκλησία, μού προκάλεσε νέα επαγγελματική περιπέτεια, μια και το έργο ήταν κρατικό και τα συμφέροντα των πέριξ εμού, ήταν πια διπλά αντίθετα με την χριστιανική μου ιδιότητα.

Ακολούθησε μακρά περίοδος ανεργίας. Ήλθε όμως (μετά από απάντηση μιας εταιρείας σε αγγελία μου), το καλοκαίρι του 2002, και νέα επαγγελματική μου νεκρανάσταση. Ήλθε όμως μαζί, και νέος ψυχοφθόρος πόλεμος κατ΄ εμού, τον οποίον αντιμετώπιζα με καρτερία και θάρρος, μη δυνάμενος (εργαζόμενος για ένα και πλέον χρόνο πρόσφατα), να συμβιβαστώ με τον Μαμωνά τον οποίον έπρεπε να προσκυνήσω (στο πρόσωπο βλάσφημων, μασόνων, νεοειδολολατρών κλπ, που είχαν μετατρέψει σε άντρο τους την εταιρία), ώστε να ενταχτώ στο σύστημα μίας (τόσο παλιάς όσο και ο Διάβολος) «νέας εποχής»!..

...Τα πρόσωπα των συνεργατών ή διευθυντών μου, τα θεωρούσα πάντα σεβαστά και αγαπητά (ως εικόνες Θεού), τις αντιχριστιανικές όμως τάσεις - προτάσεις ορισμένων, δεν τις αποδέχτηκα ποτέ, πολύ περισσότερο δε τώρα στη δύση του επαγγελματικού (και όχι μόνο) βίου μου, ασπρομάλλης πια υπάρχων. Γι΄ αυτό, προτίμησα (στις 3/10/2003), την παραίτηση από την υποταγή ...

Δημοσιεύθηκε: Δευτ. Απρ. 07, 2008 5:27 pm

(Ποστ, στο παλαιοημερολογίτικο «φορουμάπ».)

Δεν υπάρχουν σχόλια: